βρυωνία

βρῠ-ωνία, , prop.
A = ἄμπελος μέλαινα, Dsc.4.183; also, = ἄμπελος λευκή, bryony, ib.182, cf. Gal.11.827; β. ἀγρία, = χαμαίπιτυς, Ps.-Dsc.3.158; β., φύλλον, ib.125.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βρυωνία — βρυωνίᾱ , βρυωνία bryony fem nom/voc/acc dual βρυωνίᾱ , βρυωνία bryony fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυωνίᾳ — βρυωνίᾱͅ , βρυωνία bryony fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυωνίας — βρυωνίᾱς , βρυωνία bryony fem acc pl βρυωνίᾱς , βρυωνία bryony fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυωνίαν — βρυωνίᾱν , βρυωνία bryony fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυωνίην — βρυωνία bryony fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμπελουρίδα — Φυτό γνωστό και ως αγριόκλημα. Υπάρχουν δύο είδη: η βρυωνία η δίοικος και η βρυωνία η κρητική.Η πρώτη ανήκει στην οικογένεια των κολοκυνθιδών και είναιτριχωτή πολυετής πόα, με κυλινδρικό, παχύ, σαρκώδη, κιτρινωπό κόνδυλο, άσπρη σάρκα και δίοικα… …   Dictionary of Greek

  • οφιοστάφυλον — ὀφιοστάφυλον, τὸ (Α) 1. άγριο αναρριχητικό φυτό, πιθ. η λευκή άμπελος ή βρυωνία τού Διοσκορίδη, γνωστό σήμερα με τις κοινές ονομασίες βρυωνιά, αβρωνιά και οβριά 2. η κάππαρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄφις, ιος + σταφυλή] …   Dictionary of Greek

  • brionia — (Del lat. bryonia < gr. bryonia.) ► sustantivo femenino BOTÁNICA Nueza, planta trepadora. * * * brionia (del lat. «bryonĭa», del gr. «bryōnía») f. *Nueza (planta cucurbitácea). * * * brionia. (Del lat. bryonĭa, y este del gr. βρυωνία). f.… …   Enciclopedia Universal

  • ασφαραγωνία — ἀσφαραγωνία, η (Α) στεφάνι ή μάτσο από σπαράγγια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ασφάραγος (II) (πρβλ. βρύωνία, μαδωνία, σκαμμωνία κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • εχέτρωσις — ἐχέτρωσις, ἡ (Α) το φυτό βρυωνία η κρητική. [ΕΤΥΜΟΛ. < εχε * (< έχω I) + τρωσις (πιθ. < θ. τρω τού τι τρώ σκω) …   Dictionary of Greek

  • μαδωνία — και μαδωνάϊς, ἡ (Α) το φυτό νυμφαία. [ΕΤΥΜΟΛ. < μαδῶ με υποχωρητικό σχηματισμό + επίθημα ωνία, που εμφανίζεται σε ονομασίες φυτών (πρβλ. βρυωνία: βρύω)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.